Η ευτυχία μέσα από τη θλίψη

Η ευτυχία μέσα από τη θλίψη

unsplash-morgan-sessions-brave

Υπάρχει ένα σημείο στο έργο του Oscar Wilde, Το πορτρέτο του Dorian Gray, όταν ο ήρωας κηρύσσει πόλεμο στα συναισθήματά του: “Δεν θέλω να βρίσκομαι στο έλεος των συναισθημάτων μου”, λέει ο Dorian Gray. “Θέλω να τα χρησιμοποιώ, και να κυριαρχήσω πάνω τους”. Ο Basil Hallward, ο καλλητέχνης που είχε ζωγραφίσει το πορτρέτο του Dorian Gray, δείχνει τρόμο μπροστά στην αγριότητα του Dorian: “Μιλάς σαν να μην έχεις καρδιά, καθόλου συμπόνια μέσα σου”. Αλλά ο Dorian Gray, μέσα στην οδύνη μιας υπαρξιακής κρίσης, δεν μπορεί να ακούσει. Θέλει να αποκτήσει έλεγχο, ειδικά πάνω στα συναισθήματά του.

Κι όμως αυτή η επιθυμία για έλεγχο των συναισθημάτων δεν είναι ασυνήθιστη, στην πραγματικότητα ίσως είναι μια σχεδόν παγκόσμια επιθυμία. Με αμφίβολα κάθε φορά αποτελέσματα, συχνά προσπαθούμε να κρατηθούμε από τα θετικά συναισθήματα και να αποφύγουμε τα δυσάρεστα – όμως σύγχρονες έρευνες δείχνουν ότι μια τέτοια επιθυμία αποφυγής των αρνητικών συναισθημάτων είναι μάλλον παραπλανητική.

Αρκετοί φαίνεται πως έχουν την πεποίθηση ότι η αποδοχή των αρνητικών συναισθημάτων είναι μάλλον μη βοηθητική, δεδομένου ότι τα αρνητικά συναισθήματα μοιάζει να εμποδίζουν όλα όσα δίνουν κίνητρο στη ζωή μας. Όμως τα αρνητικά συναισθήματα μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης, δίνοντας ώθηση στην ενέργειά μας (π.χ. σαν boost αδρεναλίνης). Για παράδειγμα, η ανησυχία που νιώθουμε όταν πλησιάζει ένα deadline συχνά βοηθά με το να μας ενισχύει-πιέζει να τελειώσουμε την εργασία μας στην ώρα της. Συχνά βέβαια, οι άνθρωποι δεν επεξεργάζονται τα αρνητικά συναισθήματά τους τόσο παραγωγικά, αντίθετα, πολλοί μοιάζει να «κολλάνε» σε μια αρνητικότητα, που τείνει να μεγαλώνει και να επαναλαμβάνεται. Είναι δύσκολο να αποδεχτεί κανείς τα συναισθήματά του – τόσο τα αρνητικά όσο και τα θετικά – και να τα αφήσει να υπάρξουν και να προσπεράσουν. Σίγουρα πάντως ο Dorian Gray δεν τα κατάφερε ποτέ.

Ωστόσο, μια σειρά από έρευνες έχει δείξει ότι η ικανότητα να «αγκαλιάζει» κανείς τα αρνητικά του συναισθήματα μπορεί να έχει πολλά οφέλη. Εκείνοι που αποδέχονται όλα τους τα συναισθήματα χωρίς κριτική, τείνουν να «κολλάνε» λιγότερο σε έναν κύκλο αρνητικότητας, προσπαθούν λιγότερο να καταπιέσουν τις εσωτερικές (ψυχολογικές) εμπειρίες τους (μια πρακτική που μπορεί να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα αφού έτσι μεγεθύνονται τα αρνητικά συναισθήματα), και είναι λιγότερο πιθανό να βιώσουν αρνητικές «μετα-συναισθηματικές» αντιδράσεις, όπως το να νιώθουν άσχημα επειδή νιώθουν άσχημα. Όπως λέει μία από τους συγγραφείς μιας πρόσφατης έρευνας στο Journal of Personality and Social Psychology: “Όταν οι άνθρωποι αποδέχονται (αντί να κρίνουν) τις εσωτερικές τους εμπειρίες, αυτές οι εμπειρίες κάνουν τον φυσικό –και σχετικά σύντομο – κύκλο τους, χωρίς να οξύνονται”.

Η συγκεκριμένη μελέτη, με υπεύθυνη την Brett Ford (αναπληρώτρια καθηγήτρια ψυχολογίας στο University of Toronto), εξέτασε τη σύνδεση ανάμεσα στην αποδοχή των αρνητικών συναισθημάτων και την ψυχική υγεία. Αρχικά, οι ερευνητές προσπάθησαν να ανακαλύψουν αν, και πως η αποδοχή των αρνητικών συναισθημάτων ενισχύει την ψυχική υγεία, και κατά πόσο αυτό το είδος αποδοχής λειτουργεί ευεργετικά για όλους, ανεξαρτήτως φύλου, κοινωνικοοικονομικής και φυλετικής κατάστασης. Περίπου 1.000 άνθρωποι συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια πάνω σε θέματα mindfulness, ευχαρίστησης από τη ζωή, συμπτώματα κατάθλιψης, συμπτώματα άγχους, και τον αριθμό των στρεσογόνων γεγονότων που πέρασαν κατά τη διάρκεια της ζωής τους.

Η Ford και οι συνεργάτες της βρήκαν ότι εκείνοι που αποδέχονται τα αρνητικά τους συναισθήματα, κατά μέσο όρο, είναι περισσότερο ψυχολογικά υγιείς. Επίσης βρήκαν ότι ο παράγοντας που περισσότερο συνδέεται με τα ποσοστά ευημερία των συμμετεχόντων, δεν ήταν μια ζωή με χαμηλά επίπεδα stress, αλλά η ικανότητα να αποδέχεται κανείς τις δυσκολίες της ζωής, και τα δικά του αρνητικά συναισθήματα χωρίς κριτική.

Πραγματικά, αυτά τα αποτελέσματα φέρουν μια ιδέα που μοιάζει αντίθετη με μια πιο κοινή λογική: ένας άνθρωπος χωρίς οικονομικά θέματα ή προβλήματα υγείας – κάποιος που θεωρητικά βιώνει χαμηλά επίπεδα άγχους, θα έπρεπε να έχει καλύτερη ψυχική υγεία από έναν φτωχότερο, λιγότερο υγιή άνθρωπο, που δουλεύει 70 ώρες την εβδομάδα. Και όμως, αν ο δεύτερος μπορεί να αποδέχεται καλύτερα τις αρνητικές εμπειρίες (που προκύπτουν από μια αντικειμενικά πιο δύσκολη ζωή), ενδεχομένως νιώθει περισσότερο ευτυχής από εκείνον που βιώνει μια (φαινομενικά τουλάχιστον) ζωή με λιγότερο stress.

Για να ελέγξουν περισσότερο αυτό το παράδοξο εύρημα, οι ερευνητές κάλεσαν 160 γυναίκες, οι μισές από τις οποίες είχαν βιώσει στρεσογόνα γεγονότα –με τουλάχιστον μέτριες επιπτώσεις – μέσα στους προηγούμενους έξι μήνες. Οι γυναίκες αρχικά θα συμμετείχαν σε μια ουδέτερη δοκιμασία (να δουν για παράδειγμα ένα σύντομο βίντεο), και στη συνέχεια σε μια στρεσογόνο διαδικασία (για παράδειγμα να μιλήσουν μπροστά σε κοινό για τα επαγγελματικά τους προσόντα για τρία λεπτά, ενώ η όλη διαδικασία βιντεοσκοπούταν). Κατά τη διάρκεια και των δύο δοκιμασιών, οι γυναίκες βαθμολόγησαν την προσωπική τους συναισθηματική εμπειρία. Για ακόμη μια φορά, η Ford βρήκε ότι οι άνθρωποι που αποδέχονταν περισσότερο τα συναισθήματά τους, ανέφεραν μικρότερης έντασης αρνητικά συναισθήματα.

Τέλος, προκειμένου να ελέγξουν τα παραπάνω αποτελέσματά σε μια περισσότερο ποικιλόμορφη ομάδα πληθυσμού, η Ford και οι συνεργάτες της ζήτησαν από 222 άνδρες και γυναίκες να κρατήσουν ημερολόγιο κάθε βράδυ για δύο εβδομάδες, σημειώνοντας τα στρεσογόνα γεγονότα της ημέρας τους. Κάποιοι ανέφεραν στιγμές με υψηλό stress, όπως ότι έλαβαν μια κλίση από τον γιο τους που ήταν στη φυλακή, ενώ άλλοι είχαν κυρίως πιο ήπιες στιγμές άγχους όπως ήπιες διαφωνίες με τον/την σύντροφό τους. Επίσης, για κάθε ημέρα οι συμμετέχοντες αξιολογούσαν τον βαθμό στον οποίο ένιωθαν 12 αρνητικά συναισθήματα:   θλίψη, απελπισία, μοναξιά, αναξιότητα, θυμό, ευερεθιστότητα, εχθρότητα, άγχος, ανησυχία, νευρικότητα, ντροπή και ένοχη (sad, hopeless, lonely, distressed, angry, irritable, hostile, anxious, worried, nervous, ashamed, and guilty).

Για ακόμη μια φορά, η αποδοχή συνδεόταν με μεγαλύτερα επίπεδα ψυχολογικής υγείας όμως με μια σημαντική διευκρίνηση: Οι συσχετισμοί έδειξαν ότι η αποδοχή αρνητικών καταστάσεων-γεγονότων δεν συσχετιζόταν με αυξημένη ψυχολογική υγεία. Αντίθετα, ήταν η αποδοχή του συναισθήματος που προκύπτει από μια αρνητική κατάσταση που συνδέεται με αυξημένα επίπεδα ψυχικής υγείας.

Συμπερασματικά, όπως προκύπτει και από τις τρεις έρευνες αναδυκνείεται η σημασία της αποδοχής των συναισθηματικών μας καταστάσεων. Σύμφωνα με την Ford:

“το μήνυμα είναι ότι τα συναισθήματα είναι από τη φύση τους εσωτερικές εμπειρίες με σύντομη διάρκεια”, και αν τα αφήσουμε να υπάρξουν και να ξεδιπλωθούν, αντί να προσπαθούμε να τα καταπιέσουμε, “αυτές οι συναισθηματικές εμπειρίες θα περάσουν σχετικά γρήγορα».

Φυσικά, δεν είναι εύκολο να «αγκαλιάσει» κανείς όλα του τα αρνητικά συναισθήματα, ειδικά σε έναν πολιτισμό όπου η ευτυχία θεωρείται απόλυτη αξία. Τείνουμε να δίνουμε ιδιαίτερη αξία στο κυνήγι της θετικότητας, αγνοώντας ή υποτιμώντας την σημασία μια ολοκληρωμένης συναισθηματικής εμπειρίας. Συχνά πιστεύουμε ότι ευτυχία είναι η απουσία αρνητικών συναισθημάτων και σίγουρα όχι η αποδοχή τους. Όμως όπως είδαμε, οι έρευνες δείχνουν κάτι διαφορετικό – δεν μπορούμε να ελέγχουμε τα συναισθήματά μας αλλά μπορούμε να ελέγξουμε το πως τα επεξεργαζόμαστε και το πως ανταποκρινόμαστε σε αυτά.

Μερικές φορές είναι προτιμότερο να αφήσουμε τον εαυτό μας να νιώσει ότι επιτρέπεται να αισθανθεί και ασχήμα.

Tags: ψυχολογοι αθηνα, συναισθήματα, mindfulness, άγχος, κατάθλιψη

Χρήστος Κοροβίλας
Χρήστος Κοροβίλας
Είμαι Κλινικός Ψυχολόγος και Παιδοψυχολόγος. Σπούδασα ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα και στο Durham University στην Αγγλία, όπου ολοκλήρωσα τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στον τομέα της αναπτυξιακής ψυχοπαθολογίας. Έχω εκπαιδευτεί στην τεχνική Marte Meo και στην ψυχοεκπαίδευση γονέων, ενώ παράλληλα είμαι ειδικευόμενος Ψυχοθεραπευτής στο μοντέλο της συστημικής - οικογενειακής ψυχοθεραπείας και συμβουλευτικής.