Γυάλινο Σπίτι

Κ

ατά τη διάρκεια της θεραπείας, ένας θερπαευόμενος θα βιώσει με έναν τρόπο που δεν θυμάται να του έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν το ότι, για παράδειγμα, ως παιδί ένιωθε ανήμπορος, θυμωμένος και στο έλεος ενός γονέα, ο οποίος ήταν συνήθως απών. Κάποιος μπορεί να θυμηθεί μόνο τα γεγονότα που βίωσε συνειδητά. Ωστόσο, η συναισθηματική μνήμη είναι πάντοτε σε λειτουργία και παρά τις άμυνες απωθήσεις και εξάλειψης σημαντικών στοιχείων μιας εμπειρίας, τα συναισθήματα γράφουν μέσα μας και επηρεάζουν τη ζωή μας στο παρόν. Μέσα από τη θεραπεία όμως, κανείς καταφέρνει να βιώσει για πρώτη φορά με τρόπο συνειδητό, όλα αυτά τα πρώιμα συναισθήματα μαζί με τον πόνο του να μην μπορεί να καταλάβει τι συμβαίνει.

Είναι κάθε φορά συγκινητικό, όταν ένας θεραπευτής διαπιστώνει πόση αυθεντικότητα και ακεραιότητα επιβιώνουν πίσω από τις άμυνες ενός θεραπυόμενου και πώς μπορούν να επανεμφανιστούν από τη στιγμή που κανείς αποκτά πρόσβαση στα συναισθήματά και τις ανάγκες του, δηλαδή στον πραγματικό του εαυτό. Είναι λες και πίσω από έναν ενήλικα θεραπευόμενο αποκαλύπτεται ένα πληγωμένο παιδί που δεν ξέρει τι κρύβει. Ένας θεραπευόμενος της Alice Miller (42 ετών) το εξέφρασε αυτό με τα παρακάτω λόγια:

“Ζούσα σ’ ένα σπίτι από γυαλί, μέσα στο οποίο η μητέρα μου μπορούσε να κοιτάξει οποιαδήποτε στιγμή ήθελε. Μέσα σ’ ένα γυάλινο σπίτι, όμως, δεν μπορείς να κρύψεις τίποτα χωρίς να σε ανακαλύψουν, εκτός κι αν το κρύψεις κάτω από το έδαφος. Αλλά τότε δεν μπορείς πια να το δεις ούτε κι εσύ.”

Ένα παιδί μπορεί να χτίσει αυτό που ονομάζουμε πραγματικό εαυτό, όταν έχει πρόσβαση στις ανάγκες και τα συναισθήματά του. Και αυτό μπορεί μόνο να συμβεί όταν οι γονείς του είναι άνθρωποι που το φροντίζουν και δείχνουν ενδιαφέρον. Όταν καθρεφτίζουν, επιτρέπουν, νοηματοδοτούν και εξηγούν στο παιδί τους ποιες  είναι αυτές οι ανάγκες και τα συναισθήματα, πώς ονομάζονται και από που προέρχονται. Τότε, ξεκινά μια διαδικασία αυτοκαταγραφής για το παιδί τόσο εξωτερική όσο και εσωτερική. Όπως αναγνωρίζει ότι το κάθε μέλος του είναι κομμάτι του δικού του, ξεχωριστού σώματός, έτσι αναγνωρίζει πως ο εσωτερικός του κόσμος είναι γεμάτος από δικά του, ξεχωριστά συναισθήματα και ανάγκες. Πρόκειται για την καταγραφή του πραγματικού εαυτού, μέσα από το θετικό βλέμμα της μητέρας, και μάλιστα, η καταγραφή ενός “καλού” εαυτού αφού η σκέψη του παιδιού είναι:  “για να βλέπει όλα αυτά τα καλά πράγματα σε εμένα η μητέρα και ο πατέρας μου, μάλλον είμαι ένα αξιαγάπητο παιδάκι. Σίγουρα έχω έναν πολύ ωραίο εαυτό”. Είναι ακριβώς αυτό που ονομάζουμε αυτοπεποίθηση.  

Αντίθετα, οι άνθρωποι που έχουν υποστεί κακοποίηση ή έχουν παραμεληθεί στην παιδική τους ηλικία δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα. Ακόμη όμως και όταν δεν μιλάμε για μια ακραία παραμέληση, η παγίδα στην οποία πέφτουν ορισμένοι γονείς, δηλαδή να προβάλουν πάνω στα παιδιά τους τις δικές τους ανάγκες, επιθυμίες και ανασφάλειες, έχει αρνητικές συνέπειες για την ανάπτυξη του παιδικού εαυτού. Πράγματι, το βαρύτερο φορτίο για ένα παιδί είναι η ζωή που δεν έζησαν οι γονείς του. 

Τα παιδιά αυτά δεν παρασύρονται από απρόσμενα συναισθήματα, παραδέχονται μόνο τα συναισθήματα που αποδέχεται και εγκρίνει η εσωτερική τους λογοκρισία ή αλλιώς η φωνή των γονιών τους που πλέον έχει εσωτερικευτεί. Καθώς μεγαλώνουν νομίζουν πως η αυστηρή φωνή των γονιών τους είναι η δική τους φωνή, είναι ο δικός τους σκληρός εαυτός που τους περιορίζει και τους καταστρατηγεί. Ἡ κατάθλιψη και η αίσθηση ενός εσωτερικού κενού είναι το τίμημα που πληρώνουν γι’ αυτό τον αυτοέλεγχο. Θα είναι δύσκολο για αυτούς τους θεραπευόμενους να επικοινωνήσουν με τον αληθινό τους εαυτό, γιατί παραμένει κρυμμένος κάτω από το γυάλινο σπίτι και δεν έχει αναπτυχθεί καθόλου.

Εναλλακτικά, κάποια άλλα παιδιά θα κάνουν επαφή με ένα βαθύ αλλά ακατανόητο για τα ίδια συναίσθημα παραπόνου. Χωρίς να το καταλαβαίνουν, θα αποζητούν σε όλη τους τη ζωή έναν ιδανικό φίλο, θεραπευόμενο, σύντροφο, που ελπίζουν ότι θα παίξει τον ρόλο του ιδανικού γονιού που ποτέ δεν είχαν, και που θα τους επουλώσει την παλιά, παιδική τους πληγή. Θα είναι δύσκολο για αυτούς τους θεραπευόμενους να παραιτηθούν από αυτή την φαντασίωση, να βιώσουν το πένθος της παιδικής τους απώλειας και να συνδεθούν με πιο ώριμους τρόπους με άλλους ανθρώπους. 

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας αρχίζει μια διαδικασία επούλωσης και ανάκαμψης. Αρχίζει η καταγραφή του πραγματικού εαυτού του θεραπευόμενου, η επαφή με τις πραγματικές ανάγκες, επιθυμίες, παράπονα, ελλείμματα, όνειρα και με όλη τη γκάμα των συναισθημάτων του. Σταδιακά ο πραγματικός εαυτός θα αρχίσει να αναπτύσσεται, να ωριμάζει, να παραιτείται από παλιές άμυνες και να βρίσει νέους τρόπους ύπαρξης. Αυτό δεν είναι σαν μια επιστροφή στο σπίτι, αφού αυτό το σπίτι δεν υπήρξε ποτέ πριν. Είναι η δημιουργία του σπιτιού από την αρχή.

Χρήστος Κοροβίλας
Χρήστος Κοροβίλας
Είμαι Κλινικός Ψυχολόγος (ενηλίκων & παιδοψυχολόγος) και Ψυχοθεραπευτής. Σπούδασα ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα και στο Durham University στην Αγγλία όπου ολοκλήρωσα τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στην αναπτυξιακή ψυχοπαθολογία. Έχω ειδικευτεί στη Συστημική - Οικογενειακή Ψυχοθεραπεία, ενώ έχω εκπαιδευτεί σε προγράμματα θεραπείας ζεύγους, ψυχοεκπαίδευσης γονέων και τεχνικές διαχείρισης του άγχους.