Κοίταξέ με

Σ

υχνά ακούμε πως χρειάζεται πολύ βοήθεια και ένα μεγάλο υποστηρικτικό δίκτυο για να μεγαλώσει σωστά ένα παιδί. Γονείς, γιαγιάδες, θείοι, νονοί, φίλοι, δάσκαλοι κλπ. Σίγουρα ένα μεγάλο δίκτυο υποστηρικτικών ανθρώπων θα βοηθούσε όμως δεν είναι από μόνο του αρκετό. Εκείνο που είναι απαραίτητο είναι η παρουσία ενός τουλάχιστον  ενήλικα ο οποίος θα είναι σταθερά και προβλέψιμα παρών στη ζωή του παιδιού. 

Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα από την ερευνητική δουλειά πολλών δεκαετιών πάνω στην ανάπτυξη των παιδιών. Η αναπτυξιακή ψυχολογία, η θεωρία του συναισθηματικού δεσμού, τα σύγχρονα ευρήματα από τον κλάδο των νευροεπιστημών, όλα δίνουν έμφαση στη σημασία της παρουσίας ενός τουλάχιστον στοργικού φροντιστή που θα μπορεί να ανταποκρίνεται σταθερά στα καλέσματα του παιδιού, θα το ρυθμίζει συναισθηματικά και θα το ανακουφίζει. Φυσικά είναι σημαντικό να υπάρχει ένα δυνατό σύστημα υποστήριξης που να πλαισιώνει τόσο το ίδιο το παιδί όσο και τους γονείς του, όμως χρειάζεται να θυμόμαστε πως το δίκτυο υπάρχει για να υποστηρίζει το μεγάλωμα και όχι για να υποκαθιστά τον ρόλο των γονέων. Συγγενείς, κοντινοί φίλοι, δάσκαλοι, εξωσχολικές δραστηριότητες, αθλητικοί σύλλογοι και κέντρα δημιουργικής απασχόλησης χρειάζεται να εμπλουτίζουν τη συναισθηματική και κοινωνική εμπειρία ενός παιδιού και όχι να αποτελούν “γονεϊκές παραπομπές” για την κάλυψη βασικών συναισθηματικών αναγκών.

Φυσικά οι γονείς μπορούν να αναζητούν το καλύτερο σχολικό και εξωσχολικό περιβάλλον και να διευρύνουν τον κύκλο των ανθρώπων που μπορούν να φροντίσουν και να ενισχύσουν την ανάπτυξη των παιδιών τους. Ωστόσο, αυτό που πάνω απ’ όλα χρειάζεται ένα παιδί, είναι να ξέρει πως υπάρχει ένας γονιός ο οποίος θα εμφανίζεται κάθε φορά που έχει ανάγκη την παρουσία του. Πολλαπλές μελέτες για την ανάπτυξη των παιδιών δείχνουν ότι ένας από τους καλύτερους παράγοντες πρόβλεψης της μετέπειτα πορείας ενός παιδιού (υποκειμενικό αίσθημα ευτυχίας, κοινωνική και συναισθηματικής ανάπτυξη, δεξιότητες επικοινωνίας, διαπροσωπικές σχέσεις, ακόμα και ακαδημαϊκή επιτυχία) είναι το κατά πόσο ανέπτυξε έναν ασφαλή συναισθηματικό δεσμό με τουλάχιστον έναν φροντιστή. Έναν άνθρωπο δηλαδή στον οποίο ήξερε ότι μπορούσε να βασιστεί, να στηριχθεί συναισθηματικά και να εμπιστευτεί.

Ο παιδοψυχολόγος Urie Bronfenbrenner (1917-2005) μπόρεσε να συνοψίσει με ωραίο και περιεκτικό τρόπο τα παραπάνω συμπεράσματα σε μία φράση: 

“Κάθε παιδί χρειάζεται τουλάχιστον έναν ενήλικα ο οποίος είναι ξετρελαμένος μαζί του.”

“Every child needs at least one adult who is irrationally crazy about him or her.” 

Αυτό, μπορεί να το αισθανθεί ένα παιδί όταν ένας γονιός φροντίζει με τρόπο προβλέψιμο και σταθερό (όχι τέλειο). Η παρουσία ενός γονέα είναι βαθιά ευεργετική, ακόμη και όταν υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες στη ζωή ενός παιδιού. Συγκεκριμένα, τα παιδιά αναπτύσσουν έναν ασφαλή συναισθηματικό δεσμό όταν ο γονιός τα βοηθά να νιώσουν:

  1. Ασφάλεια: Όταν ξέρουν πως ο γονιός τα προστατεύει από τους κινδύνους του περιβάλλοντος, εξωτερικούς και κοινωνικούς.
  2. Ορατότητα: Όταν ξέρουν πως ο γονιός “καθρεφτίζει” τα συναισθήματά τους. Όταν τα βοηθά να κάνουν μια εσωτερική (συναισθήματα) και εξωτερική (σώμα) καταγραφή του εαυτού τους. Όταν ξέρουν ότι τα αγαπά και τα φροντίζει άνευ όρων.
  3. Ανακούφιση: όταν ξέρουν πως ο γονιός θα είναι σταθερά δίπλα τους στα δύσκολα και θα  τα βοηθά να αισθανθούν ξανά ηρεμία και ασφάλεια.
  4. Θαυμασμό: όταν ξέρουν πως ο γονιός θα είναι σταθερά δίπλα τους στα καλά και ότι τα θαυμάζει για τα κατορθώματα, τις ιδέες, τα ενδιαφέροντα, τις ανακαλύψεις, τις προσπάθειες και τις επιτυχίες τους.

Θυμάμαι πως η βαφτιστήρα μου, όταν ακόμα ήταν δύο χρονών μου είχε πει: “Νονό κοίταξέ με, είμαι πανέμορφή”. Ήξερε ήδη πως για εμένα είναι πανέμορφη, είχε χτίσει πλέον αυτήν την πίστη για τον εαυτό της μέσα από τα καθρεφτίσματα των γονιών της και μου ζητούσε να την κοιτάξω, για να την δω ακόμη μία φορά και να της επιστρέψω αυτό που ήδη ήξερε. Να της επιβεβαιώσω αυτό που αργότερα θα γίνει η δική της αυτοπεποίθηση.

Μια θεραπευόμενη, καθώς μιλούσε για τον γιο της αναφέρθηκε σε μια σκηνή στην παιδική χαρά. Της ζητούσε μια ακόμα σοκολάτα ενώ εκείνη του απαντούσε πως είχε ήδη φάει αρκετά γλυκά εκείνη την ημέρα. Εκείνος της είπε: “Κοίταξέ με βρε μαμά. Είμαι τόσο γλυκός, αφού δεν μπορείς να μου αντισταθείς”. Είναι ακριβώς αυτή η ανάγκη των παιδιών να ξέρουν πως δεν μπορούμε να τους αντισταθούμε. 

Και τι σημαίνει αυτό; Ότι θα τα κακομάθουμε και θα τους κάνουμε όλα τα χατίρια; Η απάντηση είναι όχι! Θα χρειαστεί να τα βοηθήσουμε να χειριστούν τη ματαίωση. Όμως υπάρχει ένα χατίρι που δεν μπορούμε να τους αρνηθούμε ό,τι και αν ζητούν, ό,τι και αν απαιτούν ή κάνουν. Και αυτό το χατίρι είναι η αναγνώριση του συναισθήματός τους. Υπάρχει πάντοτε ένα Ναι, και αυτό το Ναι είναι στο συναίσθημα και την εμπειρία του παιδιού. Στη συνέχεια μπορούν να ακολουθήσουν τα σχετικά Όχι σε μη κατάλληλες συμπεριφορές και απαιτήσεις. Έτσι μια μαμά μπορεί να πει Ναι στον ενθουσιασμό του γιου της, να του περάσει το μήνυμα πως όντως δεν μπορεί να του αντισταθεί όταν την κοιτάζει με αυτά τα μάτια και ότι όντως οι σοκολάτες είναι τέλειες. Όμως, δυστυχώς δεν μπορεί να έχει ακόμα μια για τους λόγους που έχουν συζητήσει. Με αυτόν τον τρόπο ένα παιδί μαθαίνει να διαχειρίζεται και να αντέχει τις ματαιώσεις γιατί δεν τις αναγνωρίζει ως ματαιώσεις αναφορικά με την προσωπικότητα, την αξία και το συναίσθημά του.

Μήπως τόση αγάπη και φροντίδα κάνει τα παιδιά πολύ προσκολλημένα σε έναν γονιό, τα κάνει λιγότερο αυτόνομα και “μαλακά” για να τα βγάλουν πέρα σε έναν σκληρό κόσμο; Η απάντηση είναι όχι! Δεν υπάρχει ποτέ πολύ αγάπη. Και ποτέ η αγάπη και η φροντίδα δεν μπορούν να βλάψουν. 

Ένα από τα πιο σημαντικά – και για ορισμένους παράδοξα – ευρήματα σχετικών ερευνών είναι ότι ένας ασφαλής συναισθηματικός δεσμός στο ξεκίνημα της ζωής ενός παιδιού οδηγεί σε μεγαλύτερα επίπεδα ανεξαρτησίας αργότερα στη ζωή του. Αντίθετα, τα παιδιά με έναν περισσότερο ανασφαλή συναισθηματικό δεσμό, τα οποία ενδεχόμενος τα “προετοίμασαν για την σκληρότητα του κόσμου”  ανέπτυξαν μεγαλύτερα επίπεδα ανασφάλειας, χαμηλής αυτοπεποίθησης και εξαρτητικότητας στην ενηλικίωση. Αυτό το συμπέρασμα έρχεται σε αντίθεση με μια συχνή τοποθέτηση ορισμένων γονιών οι οποίοι είναι ιδιαίτερα πρόθυμοι να κάνουν το μωρό τους όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητο και αυτόνομο από την αρχή. Όπως μας επιβεβαιώνει ο Sroufe, δεν υπάρχει καμία εκπαίδευση για “ανεξαρτησία με το ζόρι”. Αντίθετα, η αυτονομία έρχεται φυσικά με την ανάπτυξη και ευδοκιμεί μέσα σε ένα περιβάλλον αγάπης και φροντίδας, δηλαδή μέσα από έναν ασφαλή συναισθηματικό δεσμό.

Ο γονιός δεν χρειάζεται να σκληραγωγεί το παιδί του ως προετοιμασία για έναν σκληρό και άκαρδο κόσμο. Χρειάζεται να το αγαπά και να το φροντίζει ως προετοιμασία για έναν κόσμο που μπορεί να γίνει καλύτερος.
Χρήστος Κοροβίλας
Χρήστος Κοροβίλας
Είμαι Κλινικός Ψυχολόγος (ενηλίκων & παιδοψυχολόγος) και Ψυχοθεραπευτής. Σπούδασα ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα και στο Durham University στην Αγγλία όπου ολοκλήρωσα τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στην αναπτυξιακή ψυχοπαθολογία. Έχω ειδικευτεί στη Συστημική - Οικογενειακή Ψυχοθεραπεία, ενώ έχω εκπαιδευτεί σε προγράμματα θεραπείας ζεύγους, ψυχοεκπαίδευσης γονέων και τεχνικές διαχείρισης του άγχους.