Το παιδί μέσα μου

Από τις πρώτες κιόλας στιγμές της βρεφικής μας ζωής, οι άνθρωποι προσπαθούμε να ικανοποιήσουμε την έμφυτη ανάγκη για συναισθηματική επαφή αναζητώντας φροντίδα και ασφάλεια από έναν γονιό. Συχνά μπορεί να αναρωτηθούμε πόση αγάπη έχουμε πάρει στη ζωή μας και σχεδόν πάντα ο νους μας τρέχει σε γονείς, παππούδες, γιαγιάδες, αδέρφια και άλλους ανθρώπους που μας αγάπησαν ή θα θέλαμε να μας είχαν αγαπήσει. Ο νους μας ταξιδεύει σε εκείνα τα πρώτα χρόνια της ζωής μας, στην εποχή της παιδικότητας.

Τα χρόνια περνούν, όλοι μεγαλώνουμε και πολλοί από εμάς, πριν προλάβουμε να αντιληφθούμε τις σαρωτικές και αναμενόμενες μεταβάσεις της ζωής, έχουμε βρεθεί στον κόσμο των μεγάλων. Η εποχή της ενηλικίωσης ορισμένες φορές μοιάζει αυθύπαρκτη και μονοκόμματη, λες και δεν αποτελεί κομμάτι της εξέλιξής μας. Ξεχνάμε πως υπήρξαμε το παιδί που τώρα μεγάλωσε. Ίσως το έχετε αισθανθεί και εσείς ή έχετε ακούσει κάποιον άλλο να λέει: «Αισθάνομαι λες και ήμουν πάντοτε μεγάλος/ Δε θυμάμαι πολλά από τότε».

Πράγματι, ορισμένες φορές μπορεί να «ξεχνάμε» τα παλιά, στην πραγματικότητα όμως τα παιδικά μας χρόνια και οι πρώτες σχέσεις με αυτούς που μας φρόντισαν έχουν να μας πουν πολλά για τον τρόπο που αναζητάμε, παίρνουμε και δίνουμε αγάπη στις ενήλικες σχέσεις μας. Είναι λες και συντηρούμε ακόμη μέσα μας εκείνο το παιδί που κάποτε υπήρξαμε και που έρχεται (είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι) να μας θυμίσει τους τρόπους που συνδέεται συναισθηματικά με τους άλλους, τις επιθυμίες, τις ανάγκες, την όρεξη για εξερεύνηση, τις πληγές και τα τραύματα που άφησαν σημάδια.

Αν προσέξουμε λίγο μπορούμε να ακούσουμε αυτό το εσωτερικό παιδί. Είναι ο τρόπος πού σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε για τον εαυτό μας. Είναι ο τρόπος που μιλάμε στον εαυτό μας, ο οποίο έχει άμεση σχέση με τον τρόπο που μας μιλούσαν οι γονείς μας όταν ήμασταν παιδιά. Οι παιδικές μας εμπειρίες, οι εξωτερικοί διάλογοι με τους αγαπημένους μας, οι πρώιμες διαπροσωπικές σχέσεις, όλα αυτά εσωτερικεύονται και καθορίζουν το βαθμό αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης που νιώθουμε. Όσο πιο συμπονετικός είναι ο τρόπος που απευθυνόμαστε στον εαυτό μας, τόσο μεγαλύτερα είναι τα επίπεδα αυτοεκτίμησης που νιώθουμε. Μια θετική αυτο-εικόνα συχνά συνδέεται με μια περισσότερο συμπονετική και συναισθηματική ανταπόκριση των γονιών στα πρώτα παιδικά χρόνια. Ακόμα και οι άνθρωποι που τείνουν να υπερτονίζουν προς τα έξω τα δυνατά τους στοιχεία μπορεί να είναι ιδιαίτερα ανασφαλείς και επικριτικοί με τον εαυτό τους. Όσο πιο συμπονετικοί είμαστε με τον εαυτό μας, τόσο πιο υγιείς είμαστε σωματικά και ψυχολογικά. Τόσο πιο φροντισμένο είναι «το παιδί μέσα μας».

Το «εσωτερικό μας παιδί» είναι ο τρόπος που σχετιζόμαστε με το παρελθόν και τα κομμάτια της ιστορίας μας. Ορισμένοι άνθρωποι έχουν συνείδηση αυτής της πραγματικότητας ενώ άλλοι δυσκολεύονται να την κατανοήσουν. Είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι, «το παιδί μέσα μας» επηρεάζει και ελέγχει κατά πολύ την ενήλικη ζωή μας και συγκεκριμένα το πως κάνουμε σχέσεις με άλλους ανθρώπους, το αν κάνουμε επαφή με όλη την γκάμα των συναισθημάτων μας, αν απολαμβάνουμε τη ζωή, τον τρόπο που δίνουμε και παίρνουμε φροντίδα κλπ. Είναι ο τρόπος που το παρελθόν μας, συνομιλεί με τον παρόν και μας προετοιμάζει για το μέλλον.

Κανείς αναρωτιέται: «μα αν δεν είχα αρκετή συναισθηματική φροντίδα στα παιδικά μου χρόνια, τότε το εσωτερικό μου παιδί είναι τραυματισμένο και επομένως δεν θα μπορώ να ξεφύγω από μια δύσκολη ενήλικη ζωή;». Σίγουρα μια δύσκολη παιδικότητα και ένα παραμελημένο «εσωτερικό παιδί»αφήνουν μια αίσθηση ανικανοποίητου και δυσφορίας. Ωστόσο, αν και δεν μπορούμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω για να βοηθήσουμε τον παιδικό μας εαυτό, μπορούμε να φροντίσουμε το «εσωτερικό μας παιδί» από μια ενήλικη πλέον θέση. Χρειάζεται να κάνουμε επαφή μαζί του, να το ακούσουμε και να εμπιστευτούμε όσα έχει να μας πει. «Και πως γίνεται αυτό;». Μέσω αυτού που ονομάζουμε «επανορθωτικές εμπειρίες», ανθρώπινες σχέσεις που μπορούν να διορθώσουν βλάβες από τα παλιά, να διαψεύσουν τις επικριτικές εσωτερικές φωνές, να επουλώσουν τα τραύματα και να συμπληρώσουν τα συναισθηματικά ελλείμματα. Η σχέση με έναν ψυχοθεραπευτή είναι μια τέτοια σχέση, η οποία στη συνέχεια μπορεί να επεκταθεί και σε άλλες σχέσεις εκτός θεραπείας.

Σκοπός της ψυχοθεραπείας (και στόχος της προσωπικής πορείας του καθένα) είναι αυτό που ο Χόρχε Μπουκάϊ ονομάζει «αυτο-εξάρτηση». Την αίσθηση δηλαδή ότι ο ενήλικος εαυτός μας αναλαμβάνει να φροντίσει το «εσωτερικό μας παιδί». Σαν να γινόμαστε εμείς οι ίδιοι ο συμπονετικός γονιός του εαυτού μας.

Στις δύο πρώτες σελίδες ενός βιβλίου με τίτλο: «Μεγαλώνω Παίζοντας», η Ινές Μπαρέδο γράφει:

«Όταν έκλεισα τα 9, με απασχολούσε πολύ να μάθω τι είδους αλλαγή θα γινόταν στο σώμα μου ανάμεσα στα 8 και τα 9. Σηκώνομαι, λοιπόν, πολύ νωρίς την ημέρα των γενεθλίων μου και τρέχω στον καθρέφτη για να δω πόσο έχω αλλάξει. Ξαφνιάζομαι όμως γιατί δεν έχω  αλλάξει καθόλου. Η απογοήτευσή μου είναι τόσο μεγάλη  που πάω και ρωτάω τη μαμά μου τι ώρα ακριβώς γεννήθηκα, κι εκείνη με πληροφορεί ότι γεννήθηκα στις τέσσερις και είκοσι. Έτσι κι εγώ, από τις τέσσερις ως τις πέντε, μένω καρφωμένη μπροστά στον καθρέφτη και κοιτάζομαι ώσπου να γίνει η αλλαγή από τα 8 στα 9. Η αλλαγή, όμως, δεν γίνεται. Καταλήγω τότε στο συμπέρασμα ότι μπορεί να μην υπάρχει αλλαγή από τα 8 στα 9, αλλά από τα 9 στα 10. Οπότε, περιμένω με αγωνία έναν ολόκληρο χρόνο. Την παραμονή της ημέρας που συμπληρώνω τα 10, μένω άγρυπνη όλη τη νύχτα. Δεν κοιμάμαι λεπτό, στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη για να δω πως θα είμαι το πρωί. Δεν βλέπω τίποτα. Αρχίζω να σκέφτομαι ότι δεν μεγαλώνει ο άνθρωπος, είναι όλα ψέματα, αλλά πάλι… Βλέπω τις φωτογραφίες της μαμάς μου όταν ήταν μικρή, που πάει να πει ότι κάποτε ήταν και εκείνη σαν εμένα και έπειτα μεγάλωσε. Αλλά πάλι, δεν μπορώ να εξηγήσω πότε θα συμβεί αυτή η αλλαγή. Μέχρι που μια μέρα κατάλαβα ποιο ήταν το μυστικό. Όταν έγινα εννέα χρονών, δεν έπαψα να είμαι οκτώ. Όταν έγινα δέκα, δεν έπαψα να είμαι εννιά. Όταν κλείνουμε τα δεκαπέντε, είμαστε δεκατέσσερα, και δώδεκα, και έντεκα, και δέκα, και εννιά, και οκτώ, και πέντε, και… Στα εβδομήντα, είμαστε και εξήντα, και πενήντα, και σαράντα, και δώδεκα, και πέντε, και τριών, και ενός χρόνου».

Κλείνοντας, ας δούμε και μια αντίστροφη διαδικασία. Το γράμμα που έγραψε μια μικρή για τον μελλοντικό, μεγάλο εαυτό της:

«Αγαπητέ μου εαυτέ, τη στιγμή που με διαβάζεις, έχεις γενέθλια. Γράφω αυτό το γράμμα για να θυμηθείς τις υποσχέσεις σου. Ξεκινάμε απ’ το πιο σημαντικό. Τι έγινες;

 Γιατρός για φάλαινες, αστροναύτης, πριγκίπισσα;

 Τα σημαντικά πράγματα στη ζωή: 

Να φτιάχνεις τα καλύτερα αεροπλανάκια, να πηδάς σε λακκούβες με νερό, να ανέβεις σκάλες που κατεβαίνουν. Να φιλήσεις έναν πρίγκιπα…
Το πιο σημαντικό είναι να μην ξεχνάς όσους σε αγαπάνε.

Αγαπητέ μου εαυτέ, τη στιγμή που με διαβάζεις είσαι μεγάλος. Τώρα έχεις όλη τη σοφία που χρειάζεται για να ζήσεις την επόμενη ημέρα της ζωής σου. Καλή τύχη! και να μην ξεχνάς να έχεις μεγάλα όνειρα, για να μην τα χάσεις στην πορεία…»

Χρήστος Κοροβίλας
Χρήστος Κοροβίλας
Είμαι Κλινικός Ψυχολόγος (ενηλίκων & παιδοψυχολόγος) και Ψυχοθεραπευτής. Σπούδασα ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα και στο Durham University στην Αγγλία όπου ολοκλήρωσα τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στην αναπτυξιακή ψυχοπαθολογία. Έχω ειδικευτεί στη Συστημική - Οικογενειακή Ψυχοθεραπεία, ενώ έχω εκπαιδευτεί σε προγράμματα θεραπείας ζεύγους, ψυχοεκπαίδευσης γονέων και τεχνικές διαχείρισης του άγχους.